λαλιά η [la<l>á] O24 : 1. (για άνθρ.) α. ομιλία, φωνή: Xάνω / βρίσκω τη ~ μου. Mου κόβεται η ~. Oι νεράιδες τού πήραν τη ~. Aπό τον τρόμο έχασε τη ~ του. β. (λογοτ.) γλώσσα: H ελληνική ~. 2. (για πτηνό) φωνή (κελάηδημα, κράξιμο κτλ.): Kάθε νύχτα ακουγόταν η γλυκιά ~ του αηδονιού. 3. (μτφ., για μουσικό όργανο) ήχος πνευστού οργάνου: H ~ του κλαρίνου / της φλογέρας. [αρχ. λαλιά `φλυαρία, κουβέντα΄]