παζάρι το [pazári] O44 : 1.υπαίθριος χώρος όπου κατά τακτά χρονικά διαστήματα συγκεντρώνονται έμποροι και παραγωγοί για να πουλήσουν τα προϊόντα τους· εμποροπανήγυρη: Όλα τα γύρω χωριά κατέβαιναν στο ~. || παζάρι που γίνεται κάθε βδομάδα· λαϊκή αγορά. ΦP τι θέλει / τι γυρεύει η αλεπού* στο ~; ΠAP Ξεκίνησε ο Eβραίος να πάει στο ~ κι ήταν ημέρα Σάββατο*. 2. (πληθ.) συζήτηση, διαπραγμάτευση της τιμής και των όρων για την αγορά ή πώληση ενός αγαθού· παζάρεμα: Kάνω ~, παζαρεύω. Άσε τα παζάρια, σου είπα την τελευταία τιμή. || (μειωτ.) για διαπραγμάτευση αθέμιτης συναλλαγής. [μσν. παζάρι < τουρκ. pazar ]