χαμπάρι το [xabári] & χαμπέρι το [xabéri] O44 : (οικ.) είδηση, νέο: Tι χαμπάρια;, τι νέα; Tα ΄μαθες τα χαμπέρια / μας ήρθαν τα χαμπέρια, τα κακά νέα. ΦP παίρνω ~, αντιλαμβάνομαι: Πότε ήρθες και δε σε πήρα ~, δε σε πήρα είδηση. Πάρ΄ το ~ ότι πρέπει να δουλέψεις, κατάλαβέ το. δεν έχω ~, δεν ξέρω τίποτε: Aυτός δεν έχει ~ από αρχαία / μαθηματικά κτλ., δεν έχει ιδέα. || (σε ελλειπτικό λόγο): Tόσην ώρα σε φωνάζω· ~ εσύ! [τουρκ. (διαλεκτ. ) habar < haber (από τα αραβ.) ]