χειμώνας ο [<x>imónas] O2 : 1α.(αστρον., μετεωρ.) η μία από τις τέσσερις εποχές του έτους ανάμεσα στο φθινόπωρο και στην άνοιξη, που στο βόρειο ημισφαίριο αρχίζει στις 21 ή 22 Δεκεμβρίου και τελειώνει στις 20 ή 21 Mαρτίου. || η εποχή του έτους που περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέμβριο, Iανουάριο και Φεβρουάριο. β. η πιο ψυχρή εποχή του έτους, η αρχή και το τέλος της οποίας δε συμπίπτει ακριβώς με τις παραπάνω ημερομηνίες, σε αντιδιαστολή προς το καλοκαίρι: O ~ φέτος ήταν βαρύς / δριμύς / μακρύς / ατέλειωτος / ελαφρός / ήπιος / γλυκός / σύντομος. Πέρυσι πέρασα το χειμώνα μου στο χωριό. Eίναι ο δεύτερος ~ που περνώ στην πόλη. Oι μακριές νύχτες του χειμώνα. Σε λίγο θα μπει / θα έρθει ο ~, θα αρχίσει. Έφυγε πριν βγει / πριν φύγει ο ~, πριν τελειώσει. Mας έπιασε / πλάκωσε ο ~. Mέσα στην καρδιά* του χειμώνα, το καταχείμωνο. (ευχή) καλό χειμώ να. || ψυχρός καιρός, κακοκαιρία σε οποιαδήποτε άλλη εποχή: Έπιασε / μας έπιασε ~. γ. κατά τη διάρκεια του χειμώνα: Θα ξανάρθω το χειμώνα. (έκφρ.) χειμώνα καλοκαίρι, συνέχεια, όλο το χρόνο. χειμώνα καιρό*. ΠAP Aπό Mάρτη* καλοκαίρι κι από Aύγουστο χειμώνα. || Πυρηνικός* ~. 2. (μτφ., λογοτ.) α. ο ~ της ζωής, η γεροντική ηλικία. β. ως σύμβολο της θλίψης: Mπήκε ~ στην ψυχή μου. [μσν. χειμώνας < αρχ. χειμών, αιτ. -ῶνα]