ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

SSds.

ΔΙΑΤΡΙΒΗ

Ελένη Σκούρτου (επιμ.).
Θέματα Διγλωσσίας και Εκπαίδευσης

 

 

Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 1997

Ο συλλογικός τόμος με τίτλο Θέματα Διγλωσσίας και Εκπαίδευσης, που επιμελήθηκε η επίκουρη καθηγήτρια στο ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αιγαίου Ελένη Σκούρτου, διερευνά ζητήματα που αφορούν στη διγλωσσία και την εκπαίδευση, με ιδιαίτερη έμφαση στην ελληνική πραγματικότητα, και αφορμάται από χαρτογραφήσεις γλωσσών που έγιναν περιοδικά στα δημοτικά σχολεία της Ρόδου, με την επιστημονική ευθύνη της επιμελήτριας του βιβλίου. Ο τόμος περιλαμβάνει εννέα άρθρα, στα οποία ο κάθε συγγραφέας περιγράφει το φαινόμενο της διγλωσσίας από διαφορετική σκοπιά. Ωστόσο το ένα κείμενο συμπληρώνει το άλλο, έτσι που η συγκεκριμένη συλλογή δίνει μια γενική εικόνα του θέματος, στο μακρο-επίπεδο, αλλά συγχρόνως ασχολείται και με πολύ ειδικές και συγκεκριμένες καταστάσεις. Η Ελένη Σκούρτου, στο εισαγωγικό της άρθρο, κάνει μια επισκόπηση των δεδομένων γύρω από τη διγλωσσία, ξεκινώντας από τη δεκαετία του '60, όπου ο ερευνητής Mackey περιέγραψε τη γεωγραφική εξάπλωση του φαινομένου, έως τη σημερινή εικόνα της Ελλάδας, μιας χώρας που υποδέχεται πλέον καθημερινά ανθρώπους που φέρνουν μαζί τους μια ποικιλία από γλώσσες. Εστιάζει την προσοχή της σε τρεις ομάδες: α) τους Έλληνες εκτός Ελλάδας, β) τους παλιννοστούντες και γ) τις ομάδες εκείνες στην Ελλάδα που μιλάνε άλλες γλώσσες εκτός της ελληνικής. Στα κεφάλαια που ακολουθούν περιγράφονται αυτές οι ομάδες και συζητούνται οι προβληματισμοί που αφορούν την εκπαίδευσή τους. Ο Hans Reich στο άρθρο του "Διγλωσσία και σχολείο" περιγράφει διαφορετικά μοντέλα εκπαίδευσης και εκπαιδευτικά προγράμματα στην Ευρώπη, με βάση τη θέση των διαφορετικών γλωσσών στο πρόγραμμα σπουδών. To συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο συγγραφέας είναι ότι συνήθως η γλώσσα που είναι διαφορετική από τη γλώσσα του σχολείου απουσιάζει από το σχολικό πρόγραμμα. Ο Ανδρέας Ν. Παπαπαύλου διερευνά τις ψυχογλωσσικές διαστάσεις της διγλωσσίας. Αναφέρεται αρχικά σε θέματα ορολογίας, αναλύοντας τους τρέχοντες ορισμούς της διγλωσσίας, για να εξετάσει στη συνέχεια ζητήματα όπως η σχετική γλωσσική ικανότητα, η γνωστική οργάνωση, η ηλικία κατάκτησης της δεύτερης γλώσσας, κλπ., τις οποίες σχετίζει με διάφορα είδη διγλωσσίας. Προχωρά επίσης σε λεπτομερή περιγραφή ειδών διγλωσσίας και στην ανάπτυξη του θέματος της (δια)γλωσσικής ανάπτυξης. Στο κείμενο με τίτλο "Διγλωσσία και εισαγωγή στον αλφαβητισμό" η Ε. Σκούρτου αφού περιγράψει το φαινόμενο της διγλωσσίας και αναπτύξει θέματα που αφορούν τη διγλωσσία ως κοινωνικό φαινόμενο και ως ατομικό γνώρισμα, δίνει στον/στην αναγνώστη/-τρια τους άξονες της έρευνας γύρω από θέματα διγλωσσίας στην Ευρώπη, αλλά και αντιπαραβολικά, στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Κεντρικό θεωρητικό ζήτημα αναδεικνύει η ερευνήτρια το θέμα της αλληλεξάρτησης των γλωσσών και διατυπώνει τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την επιτυχή εισαγωγή ενός δίγλωσσου παιδιού στον αλφαβητισμό. Ο Μιχάλης Δαμανάκης αναφέρεται στους Έλληνες εκτός Ελλάδας. Περιγράφει πώς διδάσκεται η ελληνική γλώσσα εκτός Ελλάδας σήμερα, μέσα από μια σύντομη συγκριτική παρουσίαση των προγραμμάτων που ισχύουν σε διάφορες χώρες (Αυστραλία, Ολλανδία, ΗΠΑ) και του πολιτισμικού προσανατολισμού των μορφωτικών περιεχομένων τους. Εκθέτοντας τον προβληματισμό του για το πώς θα έπρεπε να διδάσκεται η ελληνική ως δεύτερη γλώσσα, επισημαίνει την ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη στη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας η γλώσσα αλλά και ο πολιτισμός της άλλης χώρας (ως παράδειγμα δίνει το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τους έλληνες μαθητές στη Γερμανία). Σύμφωνα με τον Δαμανάκη, η αφετηρία του προγράμματος πρέπει να είναι η δυναμική διαπολιτισμική/ διγλωσσική κοινωνικοποίηση του ατόμου. Ο Wilfried Stolting-Richert εξετάζει ζητήματα που αφορούν τη "[Η] Γερμανική ως δεύτερη γλώσσα για τους επαναπατριζόμενους". Θίγει θέματα ορολογίας (π.χ. το περιεχόμενο και τη χρήση όρων όπως "παλιννοστούντες", "επαναπατριζόμενοι" ή "ομογενείς" και την αντιστοιχία τους με τον γερμανικό όρο "Aussiedler"), αλλά και ειδικά θέματα που προκύπτουν από την έρευνά του, όπως το κατά πόσο ο/η επαναπατριζόμενος/-η κρατάει τον πολιτισμό που φέρνει μαζί του/της ή τον απωθεί. Καταλήγοντας, ο Stolting-Richert προτείνει στρατηγικές για τον/την εκπαιδευτικό που διδάσκει μια δεύτερη γλώσσα: επαφή με την οικογένεια των μαθητών/-τριών, εξοικείωση των μαθητών/-τριών με το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας υποδοχής και των διδακτικών μοντέλων, και τη χρήση μοντέλων διδασκαλίας που είναι γνώριμα στους/στις μαθητές/-τριες. Στο άρθρο με τίτλο "Σχολική επιτυχία και μετανάστευση", ο Diether Hopf παρουσιάζει τα αποτελέσματα μιας μακροχρόνιας έρευνάς του, στην οποία συγκρίνει ένα τυχαίο δείγμα από παιδιά που ζουν μόνιμα στη Βόρειο Ελλάδα με παιδιά παλιννοστούντων από τη Γερμανία στην ίδια περιοχή. Ο συγγραφέας συνδυάζει το χρόνο παραμονής στη Γερμανία και την ηλικία των παιδιών τη στιγμή της παλιννόστησης με την επιτυχία ή αποτυχία τους στο σχολείο. Ο Γιώργος Μάρκου, σύμφωνος με τη διαπίστωση του Hopf ότι η πλειοψηφία των ελλήνων μεταναστών παλιννοστεί, περιγράφει τους λόγους για τους οποίους παρατηρείται αυτό το φαινόμενο. Το αποδίδει σε ένα συνδυασμό παραγόντων και καταστάσεων (νοσταλγία, προβλήματα γλώσσας, προβλήματα εκπαίδευσης, κ.ά.) και όχι σε μεμονωμένα αίτια. Για να αντιμετωπισθεί αυτή η κατάσταση, το ελληνικό κράτος έχει υλοποιήσει τρία μέτρα: α) Τάξεις Υποδοχής, β) Φροντιστηριακά Τμήματα και γ) Σχολεία Αποδήμων. Ο Μάρκου παρουσιάζει αναλυτικά ένα μέρος της ευρύτερης έρευνας "Σχολική επανένταξη παλιννοστούντων μαθητών 1984-88", των Μάρκου και Γκότοβου, που αφορά απόψεις γονέων και μαθητών/-τριών για τη σχολική και κοινωνική επανένταξη. Η Δήμητρα Κογκίδου, η Ευαγγελία Τρέσσου-Μυλωνά και ο Γιώργος Τσιάκαλος στο συλλογικό τους κείμενο αναφέρονται στο πρόγραμμα "Φτώχεια ΙΙ στη Δ. Θεσσαλονίκη". Στο άρθρο τους εξετάζουν: α) την έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού, β) τις μορφές κοινωνικού αποκλεισμού στην περιοχή όπου διεξάγεται η έρευνα, γ) τη σχέση κοινωνικού αποκλεισμού με τη σχολική φοίτηση και την ακαδημαϊκή απόδοση και δ) τη σημασία εκπαιδευτικών παρεμβάσεων. Τα παραδείγματά τους προέρχονται από τις ομάδες που κατοικούν στην περιοχή της Δ. Θεσσαλονίκης, δηλ. Τσιγγάνους Ρομ, και Ποντίους. Η Νταϊάνα Κοντογιάννη περιγράφει έρευνα με δείγμα μαθητές/-τριες Βορειοηπειρώτες στο Νομό Ιωαννίνων, στόχος της οποίας ήταν η συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών όπως: α) η διαδικασία ένταξης των παιδιών στο ελληνικό σχολείο, β) οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των παιδιών της μειονοτικής ομάδας με παιδιά της κυρίαρχης ομάδας, και γ) οι στάσεις και απόψεις των μαθητών/-τριών αυτών. Η συγκρότηση του δείγματος, η επιλογή των ερωτημάτων και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η συγγραφέας είναι πολλαπλώς χρήσιμα. Τέλος, η Χρυσάνθη Φιλιππάρδου παρουσιάζει και αναλύει "Απόψεις εκπαιδευτικών για τη διγλωσσία στα δημοτικά σχολεία της πόλης της Ρόδου". Εκκινώντας από τη θέση ότι οι απόψεις των εκπαιδευτικών λειτουργούν ως βάση πάνω στην οποία θα στηριχθούν για να εφαρμόσουν μεθόδους και να αναζητήσουν λύσεις σε καταστάσεις που θεωρούν προβληματικές, η συγγραφέας επιχειρεί μια κατηγοριοποίηση των απόψεων των εκπαιδευτικών στα δημοτικά σχολεία της Ρόδου. Παρουσιάζει επίσης βασικά στοιχεία της χαρτογράφησης των δίγλωσσων παιδιών στα δημοτικά σχολεία της Ρόδου, όπως αριθμό δίγλωσσων ομιλητών, τις γλώσσες που ομιλούνται, και την πολιτισμική προέλευση των ομιλητών. Συμπερασματικά, το βιβλίο Θέματα Διγλωσσίας και Εκπαίδευση καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων σχετικά με τη διγλωσσία στο πλαίσιο της εκπαίδευσης. Εάν μπορούσαμε να κρατήσουμε ένα μόνο συμπέρασμα από το πολυδιάστατο αυτό συλλογικό έργο, τότε σίγουρα θα ήταν ότι η διγλωσσία αντιπροσωπεύει ένα φαινόμενο που μας αφορά άμεσα. Ειδικά στο χώρο της εκπαίδευσης, το φαινόμενο αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί θετικά όταν οι εκπαιδευτικές παρεμβάσεις στηρίζονται σε θεωρίες ειδικών, έρευνες και παραδείγματα παρεμβάσεων.

Βασιλεία Κούρτη-Καζούλλη

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

αρχή σελίδας