Ρ10.7
Ρ10.7α Ενεργητική φωνή
ενεστ. οριστ. / υποτ. τραβώ, -άω τραβάς τραβά(ει) τραβούμε, -άμε τραβάτε τραβούν, -άν
  προστ.   τράβα     τραβάτε  
  μτχ. τραβώντας          
πρτ. οριστ. τραβούσα τραβούσες τραβούσε τραβούσαμε τραβούσατε τραβούσαν
αόρ. οριστ. τράβηξα τράβηξες τράβηξε τραβήξαμε τραβήξατε τράβηξαν
  υποτ. τραβήξω τραβήξεις τραβήξει τραβήξο(υ)με τραβήξετε τραβήξουν
  προστ.   τράβηξε     τραβήξτε  
  απαρέμφ. τραβήξει          
πρκ. οριστ. έχω τραβήξει (ή έχω τραβηγμένο)
  υποτ. να έχω τραβήξει ( ή να έχω τραβηγμένο )
εξακολ. μέλλ.   θα τραβώ, θα τραβάω
στιγμ. μέλλ.   θα τραβήξω
υπερσ.   είχα τραβήξει (ή είχα τραβηγμένο)
συντελ. μέλλ.   θα έχω τραβήξει ( ή θα έχω τραβηγμένο )
Ρ10.7β Παθητική φωνή
ενεστ. οριστ. / υποτ. τραβιέμαι τραβιέσαι τραβιέται τραβιόμαστε τραβιέστε τραβιούνται
πρτ. οριστ. τραβιόμουν τραβιόσουν τραβιόταν τραβιόμασταν τραβιόσασταν τραβιόνταν
αόρ. οριστ. τραβήχτηκα τραβήχτηκες τραβήχτηκε τραβηχτήκαμε τραβηχτήκατε τραβήχτηκαν
  υποτ. τραβηχτώ τραβηχτείς τραβηχτεί τραβηχτούμε τραβηχτείτε τραβηχτούν
  προστ.   τραβήξου     τραβηχτείτε  
  απαρέμφ. τραβηχτεί          
πρκ. οριστ. έχω τραβηχτεί (ή είμαι τραβηγμένος)
  υποτ. να έχω τραβηχτεί ( ή να είμαι τραβηγμένος)
  μτχ. τραβηγμένος
εξακολ. μέλλ.   θα τραβιέμαι
στιγμ. μέλλ.   θα τραβηχτώ
υπερσ.   είχα τραβηχτεί (ή ήμουν τραβηγμένος)
συντελ. μέλλ.   θα έχω τραβηχτεί ( ή θα είμαι τραβηγμένος)


Επιστροφή