2. ΡΗΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Ρ1
Ρ1α Ενεργητική φωνή
ενεστ. οριστ. /υποτ. κλειδώνω κλειδώνεις κλειδώνει κλειδώνο(υ)με κλειδώνετε κλειδώνουν
  προστ.   κλείδωνε     κλειδώνετε  
  μτχ. κλειδώνοντας          
πρτ. οριστ. κλείδωνα κλείδωνες κλείδωνε κλειδώναμε κλειδώνατε κλείδωναν
αόρ. οριστ. κλείδωσα κλείδωσες κλείδωσε κλειδώσαμε κλειδώσατε κλείδωσαν
  υποτ. κλειδώσω κλειδώσεις κλειδώσει κλειδώσο(υ)με κλειδώσετε κλειδώσουν
  προστ. κλείδωσε κλειδώστε        
  απαρέμφ. κλειδώσει          
πρκ. οριστ. έχω κλειδώσει (ή έχω κλειδωμένο)
  υποτ. να έχω κλειδώσει (ή να έχω κλειδωμένο)
εξακολ. μέλλ.   θα κλειδώνω
στιγμ. μέλλ.   θα κλειδώσω
υπερσ.   είχα κλειδώσει ( ή είχα κλειδωμένο )
συντελ. μέλλ.   θα έχω κλειδώσει (ή θα έχω κλειδωμένο)
P1β Παθητική φωνή
ενεστ. οριστ./υποτ. κλειδώνομαι κλειδώνεσαι κλειδώνεται κλειδωνόμαστε κλειδώνεστε κλειδώνονται
  προστ.   (κλειδώνου)     (κλειδώνεστε)  
πρτ. οριστ. κλειδωνόμουν κλειδωνόσουν κλειδωνόταν κλειδωνόμασταν κλειδωνόσασταν κλειδώνονταν
αόρ. οριστ. κλειδώθηκα κλειδώθηκες κλειδώθηκε κλειδωθήκαμε κλειδωθήκατε κλειδώθηκαν
  υποτ. κλειδωθώ κλειδωθείς κλειδωθεί κλειδωθούμε κλειδωθείτε κλειδωθούν
  προστ. κλειδώσου κλειδωθείτε        
  απαρέμφ. κλειδωθεί          
πρκ. οριστ. έχω κλειδωθεί (ή είμαι κλειδωμένος)
  υποτ. να έχω κλειδωθεί (ή να είμαι κλειδωμένος)
  μτχ. κλειδωμένος
εξακολ. μέλλ.   θα κλειδώνομαι
στιγμ. μέλλ.   θα κλειδωθώ
υπερσ.   είχα κλειδωθεί (ή ήμουν κλειδωμένος)
συντελ. μέλλ.   θα έχω κλειδωθεί ( ή θα είμαι κλειδωμένος)


Επιστροφή