Ρ5.1
Ρ5.1α Ενεργητική φωνή
ενεστ. οριστ./υποτ. δεσμεύω δεσμεύεις δεσμεύει δεσμεύο(υ)με δεσμεύετε δεσμεύουν
  προστ.   δέσμευε     δεσμεύετε  
  μτχ. δεσμεύοντας          
πρτ. οριστ. δέσμευα δέσμευες δέσμευε δεσμεύαμε δεσμεύατε δέσμευαν
αόρ. οριστ. δέσμευσα δέσμευσες δέσμευσε δεσμεύσαμε δεσμεύσατε δέσμευσαν
  υποτ. δεσμεύσω δεσμεύσεις δεσμεύσει δεσμεύσο(υ)με δεσμεύσετε δεσμεύσουν
  προστ.   δέσμευσε     δεσμεύστε  
  απαρέμφ. δεσμεύσει          
πρκ. οριστ. έχω δεσμεύσει (ή έχω δεσμευμένο)
  υποτ. να έχω δεσμεύσει (ή να έχω δεσμευμένο)
εξακολ. μέλλ.   θα δεσμεύω
στιγμ. μέλλ.   θα δεσμεύσω
υπερσ.   είχα δεσμεύσει (ή είχα δεσμευμένο)
συντελ. μέλλ.   θα έχω δεσμεύσει (ή θα έχω δεσμευμένο)
Ρ5.1β Παθητική φωνή
ενεστ. οριστ./υποτ. δεσμεύομαι δεσμεύεσαι δεσμεύεται δεσμευόμαστε δεσμεύεστε δεσμεύονται
  προστ.   (δεσμεύου)     (δεσμεύεστε)  
πρτ. οριστ. δεσμευόμουν δεσμευόσουν δεσμευόταν δεσμευόμασταν δεσμευόσασταν δεσμεύονταν
αόρ. οριστ. δεσμεύτηκα δεσμεύτηκες δεσμεύτηκε δεσμευτήκαμε δεσμευτήκατε δεσμεύτηκαν
  υποτ. δεσμευτώ δεσμευτείς δεσμευτεί δεσμευτούμε δεσμευτείτε δεσμευτούν
  προστ.   δεσμεύσου     δεσμευτείτε  
  απαρέμφ. δεσμευτεί          
πρκ. οριστ. έχω δεσμευτεί (ή είμαι δεσμευμένος)
  υποτ. να έχω δεσμευτεί (ή να είμαι δεσμευμένος)
  μτχ. δεσμευμένος
εξακολ. μέλλ.   θα δεσμεύομαι
στιγμ. μέλλ.   θα δεσμευτώ
υπερσ.   είχα δεσμευτεί (ή ήμουν δεσμευμένος)
συντελ. μέλλ.   θα έχω δεσμευτεί (ή θα είμαι δεσμευμένος)


Επιστροφή