Ρ5.2
Ρ5.2α Ενεργητική φωνή
ενεστ. οριστ./υποτ. φυτεύω φυτεύεις φυτεύει φυτεύο(υ )με φυτεύετε φυτεύουν
  προστ.   φύτευε     φυτεύετε  
  μτχ. φυτεύοντας          
πρτ. οριστ. φύτευα φύτευες φύτευε φυτεύαμε φυτεύατε φύτευαν
αόρ. οριστ. φύτεψα φύτεψες φύτεψε φυτέψαμε φυτέψατε φύτεψαν
  υποτ. φυτέψω φυτέψεις φυτέψει φυτέψο(υ)με φυτέψετε φυτέψουν
  προστ.   φύτεψε     φυτέψτε  
  απαρέμφ. φυτέψει          
πρκ. οριστ. έχω φυτέψει (ή έχω φυτεμένο)
  υποτ. να έχω φυτέψει (ή να έχω φυτεμένο)
εξακολ. μέλλ.   θα φυτεύω
στιγμ. μέλλ.   θα φυτέψω
υπερσ.   είχα φυτέψει (ή είχα φυτεμένο)
συντελ. μέλλ.   θα έχω φυτέψει ( ή θα έχω φυτεμένο )
Ρ5.2β Παθητική φωνή
ενεστ. οριστ./υποτ. φυτεύομαι φυτεύεσαι φυτεύεται φυτευόμαστε φυτεύεστε φυτεύονται
  προστ. (φυτεύου)       (φυτεύεστε)  
πρτ. οριστ. φυτευόμουν φυτευόσουν φυτευόταν φυτευόμασταν φυτευόσασταν φυτεύονταν
αόρ. οριστ. φυτεύτηκα φυτεύτηκες φυτεύτηκε φυτευτήκαμε φυτευτήκατε φυτεύτηκαν
  υποτ. φυτευτώ φυτευτείς φυτευτεί φυτευτούμε φυτευτείτε φυτευτούν
  προστ.   φυτέψου     φυτευτείτε  
  απαρέμφ. φυτευτεί          
πρκ. οριστ. έχω φυτευτεί (ή είμαι φυτεμένος)
  υποτ. να έχω φυτευτεί (ή να είμαι φυτεμένος)
  μτχ. φυτεμένος
εξακολ. μέλλ.   θα φυτεύομαι
στιγμ. μέλλ.   θα φυτευτώ
υπερσ.   είχα φυτευτεί (ή ήμουν φυτεμένος)
συντελ. μέλλ.   θα έχω φυτευτεί ( ή θα είμαι φυτεμένος)


Επιστροφή