Ρ9
Ρ9α Ενεργητική φωνή
ενεστ. οριστ. /υποτ. ιδρύω ιδρύεις ιδρύει ιδρύο(υ)με ιδρύετε ιδρύουν
  προστ.   ίδρυε     ιδρύετε  
  μτχ. ιδρύοντας          
πρτ. οριστ. ίδρυα ίδρυες ίδρυε ιδρύαμε ιδρύατε ίδρυαν
αόρ. οριστ. ίδρυσα ίδρυσες ίδρυσε ιδρύσαμε ιδρύσατε ίδρυσαν
  υποτ. ιδρύσω ιδρύσεις ιδρύσει ιδρύσο(υ)με ιδρύσετε ιδρύσουν
  προστ.   ίδρυσε     ιδρύστε  
  απαρέμφ. ιδρύσει          
πρκ. οριστ. έχω ιδρύσει (ή έχω ιδρυμένο)
  υποτ. να έχω ιδρύσει (ή να έχω ιδρυμένο)
εξακολ. μέλλ.   θα ιδρύω
στιγμ. μέλλ.   θα ιδρύσω
υπερσ.   είχα ιδρύσει (ή είχα ιδρυμένο)
συντελ. μέλλ.   θα έχω ιδρύσει (ή θα έχω ιδρυμένο)
Ρ9β Παθητική φωνή
ενεστ. οριστ. /υποτ. ιδρύομαι ιδρύεσαι ιδρύεται ιδρυόμαστε ιδρύεστε ιδρύονται
  προστ.   (ιδρύου)     (ιδρύεστε)  
πρτ. οριστ. ιδρυόμουν ιδρυόσουν ιδρυόταν ιδρυόμασταν ιδρυόσασταν ιδρύονταν
αόρ. οριστ. ιδρύθηκα ιδρύθηκες ιδρύθηκε ιδρυθήκαμε ιδρυθήκατε ιδρύθηκαν
  υποτ. ιδρυθώ ιδρυθείς ιδρυθεί ιδρυθούμε ιδρυθείτε ιδρυθούν
  προστ.   ιδρύσου     ιδρυθείτε  
  απαρέμφ. ιδρυθεί          
πρκ. οριστ. έχω ιδρυθεί (ή είμαι ιδρυμένος)
  υποτ. να έχω ιδρυθεί (ή να είμαι ιδρυμένος)
  μτχ. ιδρυμένος
εξακολ. μέλλ.   θα ιδρύομαι
στιγμ. μέλλ.   θα ιδρυθώ
υπερσ.   είχα ιδρυθεί (ή ήμουν ιδρυμένος)
συντελ. μέλλ.   θα έχω ιδρυθεί (ή θα είμαι ιδρυμένος)


Επιστροφή