Λεξιλόγιο της πρώτης ενότητας (ι
1-15)
[στ. 1]
ὁ, ἡ, τό & ὅ,
ἥ, τό[τὸν: αιτ. εν., αρσ. γέν.]: άρθρο με σημασία
δεικτικής αντωνυμίας. Αναφέρεται στον Aλκίνοο, συνδέοντας τις προηγούμενες ερωτήσεις του με τους επόμενους Aπολόγους του Oδυσσέα
ἀπαμείβομαι[ἀπαμειβόμενος: μτχ. ενστ.]: αποκρίνομαι, απαντώ
(συνήθως ακολουθείται από ένα δεύτερο ρήμα με την ίδια σημασία, προσέφη)
πρόσφημι[προσέφη: πρτ.]: απευθύνομαι σε κάποιον, μιλώ, λέω
πολύμητις Ὀδυσ(σ)εύς: πολύβουλος, πανούργος, πολύγνωμος,
πολυμήχανος
[στ. 2]
κρείων -οντος, ὁ: ο ηγεμόνας, ο κυβερνήτης, ο άρχοντας· το
ουδ. κρεῖοναναφέρεται στο
βασιλικό αξίωμα του Aλκινόου
και χρησιμοποιείται αντί του κράτιστε
ἀριδείκετος[ἀρι- + δείκνυμι]: διακεκριμένος, έξοχος, φημισμένος
λαός, ὁ: στον. πληθ. οι υπήκοοι ενός βασιλιά, ο
λαός, ο στρατός, οι άνθρωποι
[στ. 3]
ἦ [+ τοι]: βεβαιωτικό ή εμφατικό μόριο· πράγματι, στ’
αλήθεια
ἀκούω[ἀκουέμεν: απαρ. ενστ.]: ακούω (+ γεν.)
[στ. 4]
οἷος, η, ον[αναφ. αντων.]: τέτοιος που...
ἐναλίγκιος, ον: όμοιος
αὐδή, ἡ: η (ανθρώπινη) φωνή
[στ. 5]
τέλος, τό: η πραγμάτωση, η ολοκλήρωση· η απόλυτη
τελειότητα ενός πράγματος η μιας κατάστασης παρά το ίδιο το τέλος. Στη
μεταγενέστερη φιλοσοφία η λέξη τέλος συνδέεται με το "ανώτατο καλό". Ο Πλάτωνας (Πολ. 390 Α-Β)
εκτίμησε τα περιεχόμενα του τέλος χαριέστερον (πρβλ. στ. 8-10) ως αισθησιακά και άκρως βλαπτικά
για την εκπαίδευση των νέων ανθρώπων. Ωστόσο, στον Αγώνα Ομήρου και Ησιόδου
(T.W. Allen, Cert. 90-94) αναφέρεται ότι οι οδυσσειακοί
στίχοι 6-10 χαρακτηρίζονταν χρυσοὶ από τους Έλληνες, που τους απήγγειλαν στις δημόσιες θυσίες, πριν από το
δείπνο και τη σπονδή
χαρίεις, εσσα, εν[χαριέστερον: επίθ. συγκρ. βαθμού]: το πιο ικανοποιητικό,
χαριτωμένο, όμορφο
[στ. 6]
ἐϋφροσύνη, ἡ: η ευσυνειδησία, η ψυχική ευφορία, η
χαρά, η ευχαρίστηση
δῆμος, ὁ: η περιοχή, η χώρα, η επικράτεια· οι κάτοικοι μιας περιοχής
ἔχω [ἔχῃ κατὰ]: ίσως αντί του κατέχῃ, με αναστροφή της πρόθεσης· κατέχει, κυριεύει
[στ. 7]
δαιτυμών, ὁ: ο καλεσμένος, που συμμετέχει σε γιορτινό τραπέζι, ο ομοτράπεζος
δῶμα -ατος, τό & δῶ, τό: το παλάτι, ο οίκος· τα διαμερίσματα του παλατιού ή του οίκου
ἀκουάζομαι: ακούω προσεχτικά (+ γεν.)
[στ. 8]
ἧμαι[ἥμενοι: μτχ.]: κάθομαι
ἑξείης[επίρ.]: με τάξη, στη σειρά, ο ένας μετά τον άλλον
πλήθω: είμαι γεμάτος
[στ. 9]
κρέας, τό [κρειῶν: γεν. πλ.]: το κρέας
μέθυ, τό: το κρασί
κρητήρ -ῆρος, τό: το αγγείο στο οποίο αναμειγνυόταν το κρασί με το νερό
ἀφύσσω[ἀφύσσων: μτχ. θαμιστ. ενστ.]: αντλώ
[στ. 10]
φορέω[θαμιστ. του φέρω | φορέῃσι: γ΄ εν. υποτ. ενστ.]: κρατώ, έχω, φορώ· μεταφέρω, κουβαλώ
ἐγχέω[ἐγχείῃ: γ΄ εν. υποτ. ενστ.]: χύνω, γεμίζω
δέπας -αος, τό[δεπάεσσι: δοτ. πλ.]: η κούπα, το κύπελλο
[στ. 11]
φρήν, φρενός, ἡ[συνήθως στον πλ., επειδή θεωρούνταν διπλές]: κυριολεκτικά το διάφραγμα και μεταφορικά ο νους, η “καρδιά” ως έδρα κυρίως της σκέψης, της κρίσης, της γνώσης, της μνήμης, αλλά και του θάρρους, των συναισθημάτων, των παθών και της βούλησης· συνεκδοχικά η ίδια η νόηση, η κρίση, η ευφυΐα, η βούληση
εἴδομαι[μέσ. ενστ. του *εἴδω]: φαίνομαι· εξομοιώνομαι, μοιάζω
[στ. 12]
κῆδος, τό: η λύπη, η στενοχώρια, η πίκρα, τα βάσανα
θυμός, ὁ: η πνοή της ζωής· η ζωή, οι σωματικές δυνάμεις· (μτφ.) η “καρδιά” ως έδρα των συναισθημάτων, των παθών, της βούλησης και της γνώσης· συνεκδοχικά τα ίδια τα συναισθήματα, τα πάθη, η βούληση, ο νους
ἐπιτρέπομαι[ἐπετράπετο: μέσ. αορ. β´]: στρέφομαι, κλίνω σε κάτι, έχω διάθεση, παρακινούμαι, επιθυμώ
στονόεις, εσσα, εν: που προκαλεί αναστεναγμούς, πολυστέναχτος
[στ. 13]
εἴρομαι: ρωτώ να μάθω
ὄφρα [σύνδ.]: (χρον.) όσο, όσον καιρό, ενώ· έως ότου, ώσπου· (τελ.) για να...
στεναχίζω: αναστενάζω
[στ. 14]
ἔπειτα: εισάγει απλώς σε μια νέα φάση τη δράση
ὑστάτιος, η, ον: τελευταίος
καταλέγω[καταλέξω: υποτ. αορ.]: απαριθμώ, διηγούμαι λεπτομερώς, σημείο προς σημείο. Ο σχετικός τύπος αναφέρεται σε μια μεθοδικώς διατεταγμένη εκφορά ιστορίας ή διήγησης.
[στ. 15]
οὐρανίωνες: οι ολύμπιοι θεοί, που κατοικούν στον ουρανό, οι επουράνιοι